Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008

Η Παγκόσμια κρίση και η Κατάρρευση μιας εικονικής πραγματικότητας.

Παραθέτω παρακάτω ένα άρθρο που αλίευσα από την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, που περιέχει όλο το ζουμί της σημερινής κατάστασης στην Ελληνική και την Παγκόσμια Οικονομία, δίνοντας πολλή τροφή για σκέψη και συζήτηση.

Ίσως θα πρέπει να το διαβάσουν και κάποιοι Υπουργοί μας και μεγαλοσύμβουλοι που με τις αποφάσεις τους καθορίζουν την τύχη και το μέλλον όλων μας.

Οι επισημάνσεις είναι δικές μας.

[Δεν απομένει πλέον άλλος δρόμος εξόδου από την «παγίδα», παρά η παρέμβαση στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας: η σοβαρή αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, με την πρόσληψη ανέργων για την εκτέλεση μεγάλων δημοσίων έργων.]

ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ: Κατάρρευση μιας εικονικής πραγματικότητας

Η τρέχουσα χρηματοπιστωτική κρίση μετεξελίσσεται ταχύτατα σε οικονομική, αλλά επίσης σε κοινωνική, πολιτική, ακόμη και πολιτισμική. Παρ' όλο που οι κυβερνήσεις συναγωνίζονται η μια την άλλη προκειμένου να τη συγκρατήσουν, τα φράγματα ξεπερνιούνται και αγριότερη αποβαίνει η κρίση.

Με τις εθνικοποιήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, η ανησυχία του κοινού δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε. Με τις ενέσεις ρευστότητος και την συντονισμένη μείωση επιτοκίων προβάλλει πανικός. Η «κρίση εμπιστοσύνης» που αρχικά εντοπιζόταν στις διατραπεζικές συναλλαγές, σήμερα συμπεριλαμβάνει κεντρικές τράπεζες, κυβερνήσεις, αλλά και αντιπολιτεύσεις, όλες τις πλευρές των πολιτικών συστημάτων, που διαχειρίζονται την οικονομική και κοινωνική κατολίσθηση. Μπορεί η παρούσα διαχείριση να εφησυχάζει σε κάποιο βαθμό τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αλλά εμπνέει σαφώς ανησυχία και πανικό στους εργαζόμενους και φορολογούμενους.
Ο συντηρητικός μελετητής της κρίσης του 1929 Μίλτον Φρίντμαν κατέληγε στο εξής συμπέρασμα: «Σε τελευταία ανάλυση, η ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα, η Fed, προκάλεσε την Μεγάλη Υφεση των ετών 1929-1933, στο μέτρο που μείωσε κατά το ένα τρίτο την νομισματική κυκλοφορία, υπό το πρόσχημα της επαγρύπνησης κατά του πληθωρισμού». Παρόμοιο ήταν το συμπέρασμα του βρετανού οικονομολόγου Τζον Μέιναρντ Κέινς, όπως και του ιστορικού των οικονομικών κρίσεων Τσαρλς Κίντλεμπεργκερ. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κατά την επίμαχη περίοδο της δεκαετίας 1930-1940, ο πληθωρισμός δεν ξεμύτησε σε καμιά δυτική οικονομία, υπό την αυστηρή επίβλεψη των αρχών, όμως είναι εξίσου αδιαμφισβήτητο ότι κόστος του επιτεύγματος ήταν η παρατεταμένη ύφεση της οικονομίας και ανεργία ευρείας κλίμακος σε όλες χωρίς εξαίρεση τις δυτικές χώρες.

Η ύφεση και η ανεργία εξέθρεψαν το ναζισμό και όχι ο πληθωρισμός. Ποιος μπορεί ν' αρνηθεί ότι η «μεγάλη ύφεση» ήταν ουσιαστικά η μέθοδος που εκ των άνω επελέγη, για την συγκράτηση του επαπειλούμενου από τη δεκαετία του 1920-1930 πληθωρισμού;

Οτι η υποβάθμιση της εργασίας και η ευρείας κλίμακος ανεργία ήταν το ιστορικό τίμημα για τη «διάσωση» της αξίας του χρήματος; Και ποιος μπορεί να παρασιωπήσει ότι η υφεσιακή επιλογή, διογκώνοντας την πραγματική αξία του νομίσματος, εξυπηρέτησε κυρίως όσους είχαν συγκροτήσει χρηματική περιουσία κατά την προηγούμενη δεκαετία, εις βάρος των παραγωγικών εισοδημάτων;Κάθε μείζων μεταβολή της οικονομικής πολιτικής εκ των άνω τεκταίνεται, αλλά από τα κάτω εγκρίνεται. Με πρόσχημα τη διατήρηση της αγοραστικής ισχύος των μισθών εμπεδώθηκαν οι χρηματικές περιουσίες. Σήμερα, παρα την αφθονία «μέτρων» για τη «διάσωση» του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι πάντες διαισθάνονται το «τέλος εποχής» ενός υποδείγματος, που πηγαίνει μακρύτερα από τα χρηματοπιστωτικά δεδομένα.

Σ ήμερα η κρίση των στεγαστικών δανείων και των επενδυτικών τραπεζών στην Αμερική απομυθοποιεί την «εικονική πραγματικότητα», που είχε παραπλανητικά στηθεί τις τρεις τελευταίες δεκαετίες εις βάρος της απλής πραγματικότητος. Η οικονομία, αντί να βασίζεται στην παραγωγή και στα πραγματικά εισοδήματα, εφέρετο από τον δανεισμό και την πλασματική υπερτίμηση των χρηματιστηριακών αξιών.

Παρά την πρόσφατη συντονισμένη μείωση των επιτοκίων από επτά κεντρικές τράπεζες σε ισάριθμες χώρες, παρά τις «εθνικοποιήσεις» των πιστωτικών ιδρυμάτων και τις διαρκείς «ενέσεις» ρευστότητος στις αγορές, η κρίση εμπιστοσύνης του κοινού οξύνεται, τα χρηματιστήρια δεν ανακάμπτουν ούτε οι τραπεζικές εργασίες και ακόμη λιγότερο η οικονομική δραστηριότητα, που κατευθύνεται προς όλο και αρνητικότερες επιδόσεις. Η κρίση εμπιστοσύνης συμπεριλαμβάνει πλέον και τις αρχές που επίστευαν ότι διαθέτουν μεγαλύτερη πολιτική αξιοπιστία και οικονομική φερεγγυότητα. Η ανισοκατανομή του εισοδήματος αποτελεί τον κυριότερο φραγμό για την οικονομική ανάκαμψη.

Σύμφωνα με τον Τ. Κ. Γκάλμπρεϊθ, 5% των Αμερικανών κατείχαν 33% του εθνικού πλούτου το 1930 και αυτό καθήλωνε την οικονομία. Σήμερα, το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου 58%.

Οσο η κατανομή του εισοδήματος παραμένει αμετάβλητη, η οικονομία δεν ανακάμπτει. Η νομισματική πολιτική φαίνεται ότι εξήντλησε τα όριά της, χωρίς αποτέλεσμα: οι «εθνικοποιήσεις», οι «ενέσεις» ρευστότητος και οι μειώσεις επιτοκίων απορροφώνται, χωρίς ανταπόκριση και αυτό συνιστά πλέον την «παγίδα ρευστότητος», που είχε εντοπίσει ο Κέινς.

Από καθαρά τεχνική πλευρά, δεν απομένει πλέον άλλος δρόμος εξόδου από την «παγίδα», παρά η παρέμβαση στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας: η σοβαρή αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, με την πρόσληψη ανέργων για την εκτέλεση μεγάλων δημοσίων έργων. Οταν τα νομισματικά μέτρα αποδεικνύονται απρόσφορα, έρχεται κατ' ανάγκην η σειρά των δημοσιονομικών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του αμερικανικού οικονομικού τύπου, τα 700 δισεκατομμύρια δολλάρια, που σήμερα σχεδιάζει να αποσπάσει από τους φορολογούμενους ο υπουργός Πόλσον, θα ήταν υπεραρκετά για να διασφαλίσουν πλήρη κοινωνική ασφάλιση στο σύνολο των Αμερικανών για τα υπόλοιπα σαράντα έτη, αντί της σημερινής κατάστασης, που διατηρεί 50 εκατομμύρια παντελώς ανασφάλιστων και 100 εκατομμύρια ημι-ανασφάλιστων. Ομοίως, τα επιδόματα ανεργίας, που σήμερα καταπίπτουν έπειτα από εξάμηνο, θα μπορούσαν να καταβάλλονται τουλάχιστον για 12μηνο.

Σ ήμερα η αγορά είναι τόσο «παγωμένη», ώστε είναι αμφίβολο ότι θα καλύψει το «σχέδιο Πόλσον» για τη «σταθεροποίηση» του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Από πότε άραγε το κερδοσκοπικό σύστημα σταθεροποιείται μέσω αφαίμαξης της πραγματικής οικονομίας; Αραγε, εάν κάτι τέτοιο συνέβαινε, η ενίσχυση του πρώτου δεν θα απέφερε περαιτέρω εξασθένιση της δεύτερης;

Και από πότε άραγε σε συνθήκες αδυναμίας εξυπηρέτησης δανείων, επιλέγεται ως «λύση» η μονομερής ενίσχυση των πιστωτών και η περιφρόνηση των δανειοληπτών; Εάν αντίθετα οι δανειολήπτες ενισχυθούν και επανακτήσουν τις κατοικίες, που σήμερα τελούν υπό κατάσχεση, τότε και οι πιστωτικοί οργανισμοί θ' αποκαταστήσουν τους ισολογισμούς τους. Αυτό διδάσκει η γνώση της ιστορίας και επιβάλλει η ανάγκη δημιουργίας κλίματος νέας κοινωνικής εμπιστοσύνης.

Το στοιχείο του κλίματος εμπιστοσύνης, που έχει σήμερα καταρρεύσει, δεν αποτελεί διατραπεζικό πρόβλημα, αλλά δεδομένο ευρύτερης κοινωνικής αποδοχής. Εάν σήμερα οι τράπεζες «διασώζονται» από χρηματοδοτικής πλευράς, εις βάρος της ήδη μειωμένης ρευστότητος των αγορών, πώς θα «διασωθούν» αύριο, όταν ο «τζίρος» των εργασιών θα έχει μειωθεί ακόμη περισσότερο, ακριβώς λόγω της σημερινής μονόπλευρης χρηματοδοτικής «διάσωσής» τους;

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ, από την E-net, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ - 19/10/2008




........

Δεν υπάρχουν σχόλια: